Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024

Η Μνημοσύνη και οι 9 Μούσες

Της Νότας Τζανετάκη

Μέμνησο, η τέχνη της ενθύμησης.

Η λέξη "μέμνησο" ριζωμένη βαθιά στην ελληνική γλώσσα, φέρει μέσα της το κάλεσμα να θυμηθούμε. Δεν πρόκειται μόνο για μία απλή ανάμνηση, αλλά για μία ενθύμηση που μας επανασυνδέει με την ουσία μας, την ιστορία μας και  την πηγή της έμπνευσής μας. Στην αρχαία ελληνική σκέψη, η Μνημοσύνη, η θεά της μνήμης, δεν ήταν απλώς μία Τιτανίδα, αλλά η μητέρα των 9 Μουσών, εκείνων που χάρισαν στον κόσμο τη μουσική, την ποίηση, τη γνώση και την τέχνη.

 Η ενθύμηση δεν είναι παθητική.

Είναι μία ενεργητική πράξη επανασύνδεσης με τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τις ιδέες που μας καθορίζουν. Είναι το μονοπάτι που ενώνει το παρελθόν με το παρόν, προσφέροντας το έδαφος για δημιουργικότητα και εξέλιξη.

Όπως έλεγε ο Πλάτωνας, η μνήμη είναι η γέφυρα που μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε την Αλήθεια,που είναι κρυμμένη βαθιά μέσα στην ψυχή μας.

Στον δικό μας κόσμο, το "μέμνησο"αποκτά έναν νέο ρόλο. Είναι η υπενθύμιση να κοιτάμε μέσα μας, να αντλούμε δύναμη από το χθες και να δημιουργούμε το αύριο.

Άλλωστε, κάθε στιγμή που ενθυμούμαστε, ανοίγουμε ένα παράθυρο στη δική μας αλήθεια και ίσως στη δική μας Μούσα.

Μνημοσύνη



 

 

 

 

 

 

 

Η Μνημοσύνη είναι μία πανίσχυρη και συμβολική θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, η οποία ενσαρκώνει τη μνήμη και τη σύνδεση με τη γνώση, την παράδοση και τη σοφία. 

Ως μητέρα των 9 Μουσών, θεωρείται η θεμελιώδης πηγή της δημιουργικότητας και της έμπνευσης, καθώς η μνήμη είναι απαραίτητη για κάθε μορφή τέχνης και γνώσης.

Η Μνημοσύνη είναι Τιτανίδα, κόρη του Ουρανού και της Γαίας.

Αντιπροσωπεύει τη θεϊκή μνήμη, που διατηρεί τη γνώση και τις εμπειρίες του παρελθόντος, επιτρέποντας στους θνητούς και τους θεούς να δημιουργούν, να μαθαίνουν και να εξελίσσονται.

Είχε σχέση με τον Δία, από την οποία γεννήθηκαν οι 9 Μούσες, οι θεότητες που προστάτευαν την τέχνη και την επιστήμη και η κάθε μία είχε το δικό της τομέα έμπνευσης.

                                                 Οι 9 Μούσες

 
1) Καλλιόπη (Μούσα της επικής ποίησης)

2) Κλειώ (Μούσα της ιστορίας)

3) Ερατώ (Μούσα της λυρικής ποίησης και του έρωτα)

4) Θάλεια (Μούσα της κωμωδίας και της βουκολικής ποίησης)

5) Μελπομένη (Μούσα της τραγωδίας)

6) Τερψιχόρη (Μούσα της χορευτικής τέχνης και της χορωδιακής ποίηση

7) Πολύμνια (Μούσα του ύμνου, της ιερής ποίησης και της ρητορικής)

8) Ουρανία (Μούσα της αστρονομίας και της φιλοσοφίας)

9)Ευτέρπη (Μούσα της μουσικής και της λυρικής ποίησης)

  

                          Η έμπνευση που προσφέρουν οι Μούσες, συνδέεται

 
1ον) με την ψυχική ανάταση, δηλαδή με μία κατάσταση ευφορίας, εσωτερικής ηρεμίας και έμπνευσης που βιώνει κάποιος όταν νιώθει συνδεδεμένος με τον εαυτό του, τους άλλους ή κάτι ανώτερο. Είναι μία βαθιά συναισθηματική εμπειρία που μπορεί να ενεργοποιηθεί από διάφορες πηγές, όπως η τέχνη, η φύση, η πνευματικότητα ή οι ανθρώπινες σχέσεις.

Η ψυχική ανάταση δεν είναι μία μόνιμη κατάσταση, αλλά μία εμπειρία που μπορούμε να αναζητούμε και να ζούμε, γεμίζοντας τη ζωή μας με στιγμές νοήματος και ομορφιάς.

2ον) και τη δημιουργικότητα, 

δηλαδή με την ικανότητα να φαντάζεσαι, να συνθέτεις και να εκφράζεις νέες ιδέες, λύσεις ή μορφές τέχνης. Είναι μία φυσική δύναμη που όλοι έχουμε, ακόμα και αν εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους και ένταση. Συνδέεται στενά με την έμπνευση, καθώς η έμπνευση λειτουργεί ως πυροδότης που κινητοποιεί τη δημιουργική διαδικασία.

Όλες οι Μούσες σχετίζονται με τη σεξουαλικότητα ως πηγή ζωτικότητας και δημιουργικής έμπνευσης. Ωστόσο, η Ερατώ και η Τερψιχόρη ξεχωρίζουν για την πιο άμεση σύνδεσή τους, καθώς εκπροσωπούν τέχνες που εκφράζουν άμεσα τον έρωτα, το πάθος και τη σωματική έκφραση.

Η σχέση της Μνημοσύνης με τις Μούσες.

Η Μνημοσύνη συμβολίζει τη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας, ενώ οι Μούσες είναι οι διαφορετικές εκφράσεις της δημιουργικότητας. Κάθε Μούσα εξειδικεύεται σε μία μορφή τέχνης ή επιστήμης, αλλά όλες χρειάζονται τη μνήμη για να υπάρχουν.

 

Ο συμβολισμός της Μνημοσύνης.

 

1) Μνήμη ως πηγή σοφίας

Στην αρχαιότητα, η μνήμη θεωρούνταν απαραίτητη για τη διατήρηση της προφορικής παράδοσης, της ποίησης και της ιστορίας. Η Μνημοσύνη ενσάρκωνε αυτή την ικανότητα να διατηρείται η γνώση και να μεταβιβάζεται στις επόμενες γενιές.

 2ον) Μνήμη και δημιουργικότητα

Η δημιουργικότητα των Μουσών αντλείται από την μνήμη, καθώς η τέχνη συχνά βασίζεται σε εμπειρίες, συναισθήματα και εικόνες που κρατάμε μέσα μας.

3ον) Γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον

Η Μνημοσύνη μας συνδέει με το παρελθόν, όχι μόνο ως ανάμνηση αλλά ως πηγή έμπνευσης για να φανταστούμε και να δημιουργήσουμε κάτι νέο.

"Μέμνησο" λοιπόν! Θυμήσου τη βαθιά σοφία που κρύβεις μέσα σου, τη φωνή της Μνημοσύνης που ψιθυρίζει ιστορίες και εμπνεύσεις. Θυμήσου ότι η δημιουργικότητα είναι η δική σου Μούσα, έτοιμη να σου προσφέρει τα δώρα της, αρκεί να της δώσεις χώρο. Και μέσα από αυτό, αναζήτησε το μεγαλύτερο δώρο της ζωής : το "γνώθι σαυτόν". Μόνο μέσα από την αυτογνωσία, μπορούμε να βαδίσουμε με αυθεντικότητα στον δικό μας δρόμο δημιουργίας και αυτοπραγμάτωσης.

Μόνο όταν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, μπορούμε να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας προορισμό. 





  

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

Καλύτερα γουρούνια παρά άνθρωποι!

Μια λεπτομέρεια της “γουρουνοποίησης” και προ παντός της “απογουρουνοποίησης” παρουσιάζουν με παρόμοιο παράδοξο τρόπο ο γερμανόφωνος συγγραφέας Lion Feuchtwanger (1884–1958) και ο δικός μας σημαντικός ποιητής και πεζογράφος Κώστας Βάρναλης (1884–1974). Ο πρώτος στο διήγημά του Ο Οδυσσέας και τα γουρούνια ή η δυσφορία έναντι του πολιτισμού και ο δεύτερος στο Ημερολόγιο της Πηνελόπης.

Οι διασκεδαστικές – εκ πρώτης όψεως –, αλλά και βαθύνοιες σκέψεις κατά την πρόσληψη και τροποποίηση αυτού του οδυσσειακού επεισοδίου γράφτηκαν από τους δύο συγγραφείς μας την ίδια εποχή: από τον Βάρναλη το 1946 και από τον Feuchtwanger το 1947. Μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος, και ο καθένας τους επεξεργαζόταν διανοητικά και συναισθηματικά τα βιώματά του. Ο Feuchtwanger ζώντας ακόμη στην Αμερική, όπου είχε καταφύγει, για να γλυτώσει, και ο Βάρναλης στη μετακατοχική Ελλάδα.

 

Μεταφράζει και μας το παρουσιάζει η Παρασκευή Σιδερά – Λύτρα από τα γερμανικά αποσπασματικά, τί διηγείται ο Οδυσσέας του Feuchtwanger, μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη, για την περιπέτειά του με την Κίρκη:

«Όταν ημέρεψα την Κίρκη και μοιράστηκα μαζί της το ομορφοστρωμένο κρεββάτι, κίνησα να πάω να επαναμεταμορφώσω τους συντρόφους. Στα χέρια κρατούσα το ιαματικό χορτάρι, που μού είχε δώσει ο Ερμής, ο αγγελιοφόρος των θεών, το μαγικό βοτάνι μώλυ· η ρίζα του είναι μαύρη, κάτασπρο σαν το γάλα το άνθος του και θεϊκή η δύναμή του. Όταν έφτασα στο χοιροστάσιο, βρήκα όλους τους συντρόφους μαζεμένους, είκοσι δύο τον αριθμό. (…) Τους φώναξα, κουνώντας την παντοδύναμη ρίζα, και τους είπα: “Σηκωθείτε, φίλοι, αγαπημένοι σύντροφοι, ελάτε, ν᾽ αγγίξω στο αγκαθωτό δέρμα σας το ιαματικό βοτάνι. Έτσι και σάς αγγίξω, θα επανέλθει και πάλι η ανθρώπινη μορφή, τα μακριά, όρθια πόδια, το λείο δέρμα και η προσφιλής ανθρώπινη φωνή”.


Αυτοί εντωμεταξύ, καθώς με άκουγαν, στριμώχνονταν στη γωνιά, και από μένα μακριά, προφανώς φοβισμένοι από μένα και το βότανό μου. (…) “Ακούστε με ωστόσο, φίλοι, και νιώστε με. Ο μεγάλος θεός Ερμής μού έδωσε αυτό το βότανο, το μώλυ, να λύσω τα εχθρικά μάγια. Αφήστε ν᾽ακουμπήσω το τρίχωμα, και γίνετε πάλι άνθρωποι. Αποκτήστe πάλι γνώριμη μορφή”. Εντούτοις αυτοί ακόμα πιο φοβισμένοι και από πρίν, σπρώχνονταν μακριά και γρύλιζαν, σαν κάτι κακό να τους επέκειτο, και μια και η πόρτα του χοιροστασίου ήταν ανοιχτή, τράπηκαν σε φυγή. (…) τελικά σύρθηκα κρυφά και κατάφερα ν᾽ αγγίξω ένα από τα γουρούνια με το βότανό μου. Ευθύς έπεσε το δέρμα με τις άγριες τρίχες, και μπροστά μου στεκόταν ο σύντροφός μου Ελπήνωρ, ο πιο νέος από όλους μας, ένας μέτριος νεανίσκος, μήτε στον πόλεμο διακεκριμένος μήτε και με νου ιδιαίτερα ποικισμένος. Όρθιος μὲ ανθρώπινη μορφή στεκόταν εμπρός μου. Δεν μ᾽ έκλεισε όμως, όπως περίμενα, στην αγκαλιά του, δεν ζητωκραύγασε και δεν ήταν ευτυχής.

 

Αντιθέτως μέ έβριζε και μού έλεγε: “Ήλθες κιόλας πάλι, κακέ, ασίγαστε; Θέλεις να μάς βασανίσεις εκ νέου, να εκθέσεις τα σώματά μας σε κινδύνους και να αναγκάσεις τις καρδιές μας να πάρουν νέες αποφάσεις, Ήταν γλυκά να είμαι, όπως ήμουνα, να κυλιέμαι στον ήλιο και στη λάσπη, ν᾽ απολαμβάνω το φαΐ και το πιοτί, να γρυλίζω και να είμαι ελεύθερος από αμφιβολίες: να πράξω τούτο ή εκείνο; Γιατί ήλθες και με κυνηγάς, για να γυρίσω στη μισητή προηγούμενη ύπαρξη;” Έτσι έβριζε και καταριόταν κι έκλαιγε.
Κατόπιν πήγε και ήπιε και μέθυσε καί έπεσε να κοιμηθεί επάνω στη στέγη του σπιτιού της Κίρκης. Οι άλλοι σύντροφοι όμως, τα γουρούνια, γύρισαν πίσω και τον ξύπνησαν με τα γρυλίσματα και τα αγκομαχητά τους. Ακόμα ναρκωμένος από το κρασί και από τον ύπνο, πλήρης βαρειάς νοσταλγίας, κύλησε προς τους συντρόφους. Αλλά δεν πέτυχε τη σκάλα κι έπεσε από τη στέγη στον θάνατο. …»

 

 Και ο Βάρναλης από την πλευρά του – μάλλον η Πηνελόπη στο Ημερολόγιό της – αφηγείται, ότι αφικνείται ξαφνικά στην Ιθάκη ένας «Ψευτοδυσσέας», ένας πρώην εκ γενετής γουρούνι, που, πριν μεταμορφωθεί από την Κίρκη κατά λάθος σε άνθρωπο, είχε ζήσει στον ίδιο σταύλο με τα γουρούνια-συντρόφους του Οδυσσέα και διηγείται στην Πηνελόπη το επεισόδιο της γουρουνοποίησης και απογουρουνοποίησης των συντρόφων του αληθινού Οδυσσέα και της συμπεριφοράς τους 

(Παραθέτω εξ αντιγραφής, διατηρώντας την ορθογραφία του Βάρναλη):

«Κι ό,τι γίνηκε κατόπι δεν το περίμενε κανένας, μήτε η Κίρκη μήτε ο Δυσσέας – κ᾽ εγώ πιο πολύ.
Ο Δυσσέας περίμενε, πως θα πέφτανε πρώτα, κλαίγοντας από χαρά, ένας στ᾽αλλουνού την αγκαλιά κ᾽ ύστερις όλοι μαζί θα πέφτανε στα πόδια τα δικά του και να του φιλάνε τα χέρια, που τους ξανάδωσε πίσω την ψυχή τους και το πνέμα τους: πατρίδα, γονιούς, παιδιά και θεούς!
Τίποτα!
(…)
Όταν συνεφέρανε, ξεσπάσανε σε μάβρο μιρολόγι:
– Τί κακό μάς έκανες γρουσούζη! Όπου να πας και να σταθείς, σε κυνηγάν οι θεοί και φέρνεις τη συφορά στον εαφτό σου και το θάνατο στους αλλουνούς! Μια φορά μονάχα, τώρα, μας βγήκε σε καλό των θεών ο κατατρεγμός. Γιατί μας ξανάκανες ανθρώπους; Μας ρώτησες;
Τί να την κάνουμε την “εικόνα και την ομοίωση” των θεών στα μούτρα, όταν τα μούτρα μας κ᾽η ψυχή μας είναι σημαδεμένα με την πυρωμένη στάμπα του σκλάβου;

Είχαμε ξεχάσει τα πάντα. Για μας δεν υπήρχανε περασμένα και μελλούμενα. Μονάχα το σήμερα. Δεν ξέραμε, πως υπάρχει θάνατος. Κι αν μια μέρα μας έσφαζε τ᾽αφεντικό μας ή μας σπάραζε κανένας λύκος, αφτό θα γινότανε μια φορά, χωρίς να το ξέρουμε κι όχι σαν τώρα, που γίνεται κάθε μέρα και λίγο λίγο – και το ξέρουμε!

Μας μάδησες τις γουρουνότριχες και μας έξυσες τις λάσπες από το πετσί μας και μας ξαναγέμισες την ψυχή με χειρότερες λάσπες και γουρουνότριχες: ψέματα κι απάτες των αλλωνών, καημούς και βάσανα δικά μας!
Ξανακάνε μας γουρούνια! Κι αμόλησέ μας στα βουνά και στα ρουμάνια. Να τρέχουμε κοπάδι κατήφορο κι ανήφορο· να περνάμε κολυμπώντας τα πλημμυρισμένα ποτάμια τις άνοιξες· να τρώμε ρίζες, καλάμια κι αγριοσέλινα· να ξεθάβουμε με τη μύτη μας βορβούς και τρούφες και τυφλοπόντικους το χειμώνα. Χωρίς δεσμούς, χωρίς αφεντικά και συνεπούμενα, χωρίς θεούς! Και χωρίς ιδέες, που συφέρουνε στους ανθρωποφάγους. Κ᾽ οι λύκοι; Αν μπορούσαν να μας πιάσουν! Ενώ τώρα οι λύκοι μας έχουνε δεμένους!…
Και κλαίγοντας του πιάσανε τα γόνατα και τον παρακαλούσανε να τους δώσει το χοντρό τους το πετσί, τα τέσσερα τα πόδια, την ουρά και τα καπρόδοντα – και την αναισθησία!
(…)
Ο σκλάβος λαός, τόσο περισσότερο δεν καταλαβαίνει κ᾽ εφχαριστέται, όσο τον κάνεις περισσότερο γουρούνι. Απάνω σ᾽αφτήνε την πρώτην αλήθεια θα θεμελιώσω το δικό μας το βασίλειο!
Αν ήτανε παρόντας ο Θερσίτης, θα τους έλεγε: Παλέψτε να σπάσετε τις αλυσίδες σας· και να φάτε και τους Λύκους! Γι᾽ αφτό θα κρεμάω τους Θερσίτες!…»

Ο καθένας από τους δύο συγγραφείς κατά την πραγμάτευση αυτού του ομηρικού (γουρουνο)επεισοδίου παρουσιάζει βασικά την απρόσμενη παράξενη συμπεριφορά των συντρόφων του Οδυσσέα αναφορικά με την απόκτηση και πάλι της ανθρώπινης μορφής, αλλά με μια διαφορά: Από τον Feuchtwanger τονίζεται με την εμμονή στην ελεύθερη ευθυνών και άνετη γουρουνίσια ζωή περισσότερο η “δυσφορία έναντι του πολιτισμού”, ενώ ο Βάρναλης καυτηριάζει περισσότερο την κοινωνική αδικία,την εκμετάλλευση, τη βάναυση και εγκληματική καταπίεση των αδυνάτων από τους ισχυρούς.