-Φτάσαμε! Είπε η νεράϊδα και μ΄έβγαλε ξάφνου απ΄τις σκέψεις μου.
Πού φτάσαμε; Την ρωτώ όλο απορία. Εγώ δεν βλέπω τίποτα.
Μόνο αστέρια και της νύχτας το βαθύ μπλε.
-Κοίτα προσεκτικότερα, μου απαντά.
Πράγματι. Μέσα στο σκοτάδι διέκρινα ένα χρυσό πόμολο να βρίσκεται
πάνω σε μιά μικρή πορτούλα μπροστά μας.
-Αντε λοιπόν, τι κάθεσαι! Άνοιξέ την! Άνοιξέ την καλό μου παιδί. Μη
φοβάσαι....
Κάθε που εκλείπτει το φεγγάρι, βγαίνουν οι νεράϊδες. Θά΄θελα νά΄ξερα ποιός φοβίζει τον κόσμο επί τόσα χρόνια πως βγαίνουν τα φαντάσματα!
Μέγα λάθος!
Λάθος κύριοι! Σας απατήσανε! Οι νεράϊδες βγαίνουν και μάλιστα οι πιό όμορφες απ΄αυτές.
Αέρινες, πελώριες με τα μαλλιά τους ίσαμε τη γη και τα χέρια τους, να αγκαλιάζουν τους ονειροπαρμένους που η μοναχικότητα, τους έχει γίνει έμμονη βραδινή παρέα.
Κολιτσίδα βρε παιδί μου, πως το λένε;
Σάμπως φταίνε κι αυτοί;
Μάλλον έτσι γεννήθηκαν....
Θα είναι φαίνεται απ΄αυτές τις ιδιότητες που μας μαθαίναν στο σχολείο....για να ξεχάσουμε τις δικές μας....τις πραγματικές, τις αληθινές.
Κολιτσίδα βρε παιδί μου, πως το λένε;
Σάμπως φταίνε κι αυτοί;
Μάλλον έτσι γεννήθηκαν....
Θα είναι φαίνεται απ΄αυτές τις ιδιότητες που μας μαθαίναν στο σχολείο....για να ξεχάσουμε τις δικές μας....τις πραγματικές, τις αληθινές.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου